Ουάσινγκτον και Άγκυρα μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε.


Άρθρο Αντιστρατήγου (ε.α.) Αντώνη Βασιλείου*.

Πριν από ένα χρόνο περίπου, ο τότε υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ Joe Biden σε τηλεοπτική του εμφάνιση είχε δηλώσει: «Ανησυχώ πολύ για την Τουρκία, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ακολουθήσουν μια διαφορετική προσέγγιση από τη διοίκηση του Τράμπ και να συνεργαστούν με μια ευρεία ομάδα της τουρκικής κοινωνίας, να προωθήσουν την αντιπολίτευση και να μιλήσουν για αυτό που πιστεύουμε ότι είναι λάθος». Ο Μπάϊντεν φάνηκε να πιστεύει ότι ήταν δυνατόν να επαναφέρει την Τουρκία στην υπερατλαντική κοινότητα και ακόμη και να βελτιώσει το ανησυχητικό ρεκόρ της για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Τα σκληρά λόγια του Μπάϊντεν αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι η Τουρκία υπήρξε μεγάλος πονοκέφαλος για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ανώτεροι αξιωματούχοι της εξωτερικής πολιτικής του Μπάϊντεν, έχουν ήδη αρχίσει να ξύνουν το κεφάλι τους για να διαμορφώσουν μια πολιτική απέναντι σε αυτόν τον δύσκολο και δύστροπο σύμμαχο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία έχουν περίεργες σχέσεις. Καθώς οι αξιωματούχοι και από τις δύο πλευρές επανεκτιμούν  με λεπτομέρεια την μακροχρόνια συμμαχία τους, αναγνωρίζουν ότι χρειάζονται ο ένας τον άλλον για βασικές προτεραιότητες και συνεργάζονται σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων εξωτερικής πολιτικής που εκτείνονται από το Ιράκ έως το Ισλαμικό Κράτος. Ταυτόχρονα όμως, δείχνουν βαθιά δυσπιστία ο ένας για τον άλλον, επιβάλουν κυρώσεις, εκτοξεύουν δημόσιες κατηγορίες ο ένας τον άλλον και αντιπαρατίθενται σκληρά για μια σειρά θεμάτων από τους Κούρδους έως το ΝΑΤΟ και το Ισραήλ.

Αυτά τα αντιφατικά γεγονότα καταδεικνύουν τη βαθιά παράλογη και βαθιά δυσλειτουργία της σχέσης ΗΠΑ – Τουρκίας. Παρά την ιστορία μιας δεκαετίας και τη σαφή χρησιμότητα της συμμαχίας και για τις δύο πλευρές σε μια εποχή αυξανόμενων γεωπολιτικών συγκρούσεων και οι δύο πλευρές φαίνονται διατιθέμενες να σαμποτάρουν τις σχέσεις αυτές. Μερικές φορές, η σχέση τους φαίνεται σαν ένας κακός γάμος στον οποίο και οι δύο σύντροφοι, εξαπατούν, ψεύδονται και χρησιμοποιούν την οικειότητα τους για να βλάψουν ο ένας τον άλλον. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέχουν καταφύγιο στην πιο καταζητούμενη εγχώρια προσωπικότητα της Τουρκίας, τον Fethullah Gulen, και παρέχουν όπλα σε μειονότητες της τουρκικής πολιτείας, όπως την παραστρατιωτική οργάνωση του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ). Εν τω μεταξύ, η Τουρκία αγοράζει αντιαεροπορικά συστήματα από τον γεωπολιτικό εχθρό της Αμερικής, τη Ρωσία, παίζει ύπουλα παιχνίδια με τις ισλαμικές δυνάμεις στη Συρία και τη Λιβύη, ενώ καταπιέζει και φυλακίζει δημοσιογράφους, φορείς της κοινωνίας των πολιτών, ακόμη και υπαλλήλους του προξενείου των ΗΠΑ.

Η νέα ομάδα εθνικής ασφάλειας του Μπάϊντεν έχει έντονη εξοικείωση με αυτόν τον κακό γάμο από την περίοδο της διοίκησης Ομπάμα. Από την εμπειρία αυτή, τόσο ο νέος υπουργός Εξωτερικών Antony Blinken όσο και ο νέος σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Jake Sullivan έχουν γράψει άρθρα που υποστηρίζουν την σκλήρυνση της στάσης των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας και τη συνέχιση της υποστήριξης των Κούρδων της Συρίας, ανεξάρτητα από τις ανησυχίες της Τουρκίας.

Οι διπλωματικές συναντήσεις μεταξύ των δύο χωρών αποτελούνται από έναν προαπαιτούμενο κατάλογο παραπόνων και απειλών κυρώσεων για την «επανεκκίνηση» των σχέσεων τους. Τα επιφανειακά ζητήματα όπως το σύστημα πυραύλων S-400 και η τύχη του Fethullah Gulen έχουν μεγάλη σημασία, αλλά από τη σκοπιά της συνολικής σχέσης, ακόμη και η επίλυση τους θα προκαλέσει απλώς την εμφάνιση νέων διαφορών.

Η ρίζα του προβλήματος έγκειται στις επίμονες φαντασιώσεις των δύο πλευρών μεταξύ τους. Αυτός ήταν ένας «γάμος» που διαμορφώθηκε εξαιτίας του Ψυχρού Πολέμου. Τόσο η Αμερική όσο και η Τουρκία έχουν αλλάξει πολύ από τότε, αλλά η εικόνα της μιάς για την άλλη δεν έχει αλλάξει. Η Τουρκία συνεχίζει να βλέπει ότι η Αμερική επιδιώκει να ελέγξει την εγχώρια πολιτική της και να διαδραματίσει το ρόλο του δημιουργού ηγετών. Η Αμερική από την άλλη πλευρά συνεχίζει να βλέπει την Τουρκία ως εργαλείο στον μεγαλύτερο γεωπολιτικό της αγώνα, παρά ως ένα αυτοτελή διεθνή παίκτη. Αν και η διόρθωση αυτών των φαντασιώσεων δεν θα θεραπεύσει τη σχέση τους, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια πιο λειτουργική σχέση.

Από τους πολιτικούς έως τους ειδικούς, όταν οι Τούρκοι συζητούν τη σχέση της χώρας τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες, συχνά δεν έχουν καμία αίσθηση αναλογίας ή συγκριτικής εξέτασης, με την έννοια ότι θεωρούν την Άγκυρα ότι βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος και ότι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι κοιμούνται και ξυπνούν με τη σκέψη τους στη στρατηγική αξία της Τουρκίας.

Υπάρχουν όμως και όρια σε αυτό που μπορούν να επιτύχουν οι ΗΠΑ. Εκτός από το να δηλώνουν με συνέπεια τις βασικές δημοκρατικές αρχές της σχετικά με την προτίμηση για μεταρρύθμιση, η Ουάσιγκτον δεν θα πρέπει να περιμένει να λειτουργήσει ως παράγοντας αλλαγής εντός της χώρας. Μπορεί να κάνουν τη διαφορά σε έναν περιορισμένο αριθμό συμβολικών υποθέσεων, όπως η φυλάκιση προξενικών υπαλλήλων των ΗΠΑ ή ο ηγέτης της κοινωνίας των πολιτών Osman Kavala, αλλά δεν μπορούν να χρίσουν την αντιπολίτευση ή να επηρεάσουν τις εκλογές της Τουρκίας. Ούτε έχουν το μαγικό ραβδί για να αντιστρέψουν την αυταρχική μετατόπιση μέσα στην Τουρκία ή να αντικαταστήσουν τα κυβερνώντα στελέχη της. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορούν να δηλώσουν τις δικές τους αρχές των ελεύθερων εκλογών, ώστε οι ηγέτες της Τουρκίας να το γνωρίζουν καλά.

Η Άγκυρα με τη σειρά της πρέπει να καταλάβει ότι επιλέγοντας ένα νέο και ανεξάρτητο μονοπάτι, αναπόφευκτα απομακρύνεται πολύ από μία  συναλλακτική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο πρόεδρος Jor Biden δεν έχει ακόμη ανταποκριθεί στα συγχαρητήρια του Ερντογάν, ούτε έχει επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του.

Οι Τούρκοι πολιτικοί πρέπει να δουν τα όρια στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και να σταματήσουν να φαντάζονται ότι το αμερικανικό «βαθύ κράτος» προσπαθεί να σχεδιάσει, να χωρίσει και να αναμορφώσει την Τουρκία ή να δημιουργήσει ένα κουρδικό κράτος στα σύνορα του. Η Άγκυρα πρέπει να αξιολογήσει τη σημασία της συνεργασίας της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ιστορικά, η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Δημοκρατία της Τουρκίας ζήτησαν δυτική υποστήριξη ενάντια στον ισχυρό γείτονα της προς τα ανατολικά, τη Ρωσία, και η Τουρκία, επίσης, θα μπορούσε να ζητήσει υποστήριξη από τις ΗΠΑ για να αντισταθμιστεί κατά της ρωσικής επέκτασης ή της δικής της περιφερειακής απομόνωσης.

Οι φαντασιώσεις έχουν τους ρόλους τους καθώς διατηρούν την αισιοδοξία σε δύσκολους καιρούς και εκφράζουν τις πιο αγαπημένες μας επιθυμίες, αν όχι πάντα την πιο έντονη πραγματικότητα μας. Οι Αμερικανό – τουρκική διπλή φαντασίωση είχε κάποτε την χρησιμότητα της, αλλά τώρα χρησιμεύει μόνο για να παραπλανήσει και να πικράνει τις δύο πλευρές.

Με πληροφορίες από fdd.org

 

* Ο Αντώνης Βασιλείου είναι Αντιστράτηγος ΜΧ (εα), Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός, MSc Επιχειρησιακός Ερευνητής, τ. Σύμβουλος ΟΑΣΕ επί Συμβατικών Εξοπλισμών και τ. Μελετητής των Συστημάτων Διοικήσεως και Ελέγχου Πληροφοριών του ΝΑΤΟ. (www.avgeopolitics.eu)

Τα άρθρα και τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα αυτή εκφράζουν απαραίτητα τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της. Επίσης ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση των άρθρων και των σχολίων χωρίς την αναφορά της σελίδας ως πηγή.

Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *